Ιουνίου 25th, 2017

Το σονέτο του φόβου


Ταξίδεψα στων αστεριών τις σκοτεινές τους τρύπες
με μια γαλέρα σιωπηλή και τσούρμο σαλεμένους
και στα κατάρτια είχα σφιχτά τους φόβους μου δεμένους
καθώς ξανοίγαμε βαθιά σ΄ ανύπαρκτους πλανήτες

Πολλές φορές  χαθήκαμε κι άλλες πολλές  χανόμουν
σε καταιγίδες, καταχνιές και θάμπωμα στα μάτια
απάγκιαζα στ’ απύθμενα τα χάη,  στα κομμάτια
ψυχών απ’  τα ναυάγια και πάνω τους σωζόμουν.

Κάθε φορά που επέστρεφα αποζητούσα να βρω
τη λησμονιά να την γευτώ και να την ψηλαφίσω
να ψάξω μέσα να κρυφτώ βαθιά της να γλιστρήσω

να κολυμπήσω στο πνιχτό σκοτάδι της το μαύρο
και κει να λύσω το κορμί τους φόβους μου να αφήσω
να τρέχουν να λυσσομανούν σ΄ ένα κεφάλι άδειο.


Εικόνα: Stellar map in copper, Andrey Bogoslowsky

0
Ιουνίου 18th, 2017

Η ΙΣΟΠΑΛΗ ΠΑΡΤΙΔΑ

Του πατέρα


Όλη η ζωή του, μια παρτίδα σκάκι
και λίγο πριν πεθάνει – ισοπαλία
έγραφε το κομπιούτερ. Σε λιγάκι…
πέρασε απλά προς την ανυπαρξία.

Και μ’ έμαθε και παίξαμε παρτίδες,
πολλές – νικούσε εκείνος στην αρχή
(οι λεπτεπίλεπτες δεν ξέραν δεσποινίδες
- μα ούτε κι εγώ – πως παίζετ’ η ζωή…)

Μετά όμως είχα μάθει τις κινήσεις,
τ’ ανοίγματα, τη σκέψη του από πριν -
περίμενα: “πατέρα, δεν θα κλείσεις
την άμυνά σου; – για φυλάξου, μην…”

(…μην σε νικήσω…) πάντοτε σκεφτόμουν –
μα ήταν νωρίς, και κέρδιζε ολοένα.
Έπεφταν τα κομμάτια… και φοβόμουν
μαζί μ’ αυτά πως θα ’χανα κι εμένα.

Κι αργότερα, του πήρα ισοπαλία.
Έλεγε: “μόνοι αξίζουν οι γιατροί” -
κι αντί άλλα να γυρέψω εγώ πτυχία,
ολόισια πήγα στην Ιατρική.

“Να βγάλω να σου δώσω την καρδιά μου”
μου είπε, “σ’ αγαπώ” – πρώτη φορά -
σαν πέρασα όλα τα μαθήματά μου
(κι Ανατομία), λίγο πριν τα δεκαεννιά.

Με το πτυχίο πια είχα ισοφαρίσει:
“τώρα είμαστε συνάδερφοι, γιατροί”.
Τον μελετούσα ακόμη – εν κινήσει
σαν πιόνι, που βασίλισσα θα βγει.

Δειλά, άρχισα να κάνω τα δικά μου –
παντρεύτηκα, με άντρα στα καράβια
κι έβγαλα σε βιβλίο τα ποιήματά μου –
και μ’ άφηνε, σχεδόν με κάποια ευλάβεια,

παρτίδες να κερδίζω (ή έτσι θαρρούσα),
γιατί ήξερε πως ήδη είχε κινήσει
γι’ αλλού, και τζάμπα πια τον πολεμούσα.
Το έργο της είχε αναλάβει η φύση.

Τη μέρα διάλεξε, ακριβώς των γενεθλίων
(ναι, των δικών μου), για την τελευταία
που παίξαμε παρτίδα – των αθλίων
κινήσεων, που γνωρίζαμε τι ωραία:

Με την αδύναμη πνοή του, το κεράκι
της τούρτας μου έσβησε, στ’ αλήθεια, νοερά –
κι έγινα πάλι, πάντα, κοριτσάκι,
αλλά η παρτίδα ανόητη έμοιαζε πια.


0
Ιουνίου 7th, 2017

Θνησιγενείς – όποιος μας σπούδασε το ξέρει.
Δυο αιώνες, σαν σεπτό προτεκτοράτο.
Δυο αιώνες, μες της άβυσσος τον πάτο,
σαν μαριονέτα, που κινεί αλλότριο χέρι.

Θνησιγενείς – κι εμείς με τη γραφή μας.
Ματαίως ανακυκλώνουμε τους στίχους,
ματαίως – αντικρίζουμε όλο τοίχους,
αιμάτινη κι ας είν’ η υπογραφή μας.

Θνησιγενείς – ιθαγενείς και πρόσφυγες και ξένοι.
Της Ιστορίας ειρωνικό το χωνευτήρι.
Της Ιστορίας τα υλικά, στο εργαστήρι,
σε μίγμα εκρηκτικό, που μας προσμένει.

Θνησιγενείς. Θνησιγενείς μες τους θανάτους,
που κάθε μέρα κάποιος λίγο θα πεθάνει.
Που κάθε μέρα είν’ ακάνθινο στεφάνι
κι ένας Σταυρός, ψηλά στο Γολγοθά τους.

Θνησιγενείς, θνησιγενείς, θνησιγενείς σαν ίσκιοι.
Κι εγώ ακούω τους θορύβους των βημάτων.
Κι εγώ ακούω τα ίχνη των θανάτων.
Της Ιστορίας το βέλος, που με βρίσκει.

31/5/2017

0
Ιουνίου 6th, 2017

Η Σοφία Κολοτούρου,

ποιήτρια και πεζογράφος,

ιατρός και ακτιβίστρια για τα προβλήματα της κώφωσης,

μαζί με τον σύζυγό της, ποιητή Νίκο Γεωργόπουλο,

την Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017 στις 4-5 μ.μ. στο «Βιβλιοραφείο»,

μία εκπομπή του Ηλία Μέλιου για τα βιβλία και τους αναγνώστες

στον διαδικτυακό ρ/σ portokaliradio.gr.

0
Απριλίου 2nd, 2017

Η Σοφία Κολοτούρου έκανε ομιλία στις σχολές ΑΚΤΟ στις 30/3/2017

Ακολουθούν οι φωτογραφίες:

Φωτογραφία της Sofia Kolotourou.

Φωτογραφία της Sofia Kolotourou.

0
Μαρτίου 24th, 2017

Η Σοφία Κολοτούρου επισκέφτηκε το 10 Λύκειο Περιστερίου και συνομίλησε με τους μαθητές στις 28/2 και 23/3

Φωτογραφίες από τις επισκέψεις:

Φωτογραφία της Sofia Kolotourou.

Φωτογραφία της Sofia Kolotourou.

0
Μαρτίου 7th, 2017

Εκεί μπροστά πάνω στο χείλος του γκρεμού
μια ορχήστρα δίπλα απαλά να με σιμώνει
από τα βάθη μου να βγαίνει του σεισμού
το βουητό και το κοινό να με κυκλώνει.

Κι εγώ φιγούρα μέσ’ τα χάη τ’ ουρανού
μ’ ένα μαχαίρι στα πλευρά μου να ματώνει
να πνίγω μέσα μου τους κόμπους του λυγμού
να ξεκινώ ένα χορό που δεν τελειώνει.

Από τ’ ανοίγματα να βγαίνω τ΄ ουρλιαχτού
και η ψυχή με την ψυχή να γεφυρώνει
σαν το κουβάρι να μαζεύω του κορμιού
και πιο ψηλά να το πετώ όσο ψηλώνει.

Κι απ’ τα κελιά τα σφαλισμένα του μυαλού
μια μνήμη από τις μνήμες ξεκλειδώνει
τα βήματά μου οδηγεί μέσ’ του κενού
το κέντρο, με τραβά και με λυτρώνει.

0
Μαρτίου 4th, 2017

Στα σεντούκια ψάχνω των παλιών συντρόφων
να ‘βρω τις σημαίες και τις προκηρύξεις
κάπου θα ‘χουν κρύψει τα ιδανικά μας
πίσω από ετικέτες που δεν είχαν λήξεις.

Τα παλιά μας στέκια χάθηκαν στο δρόμο
λάβαρα μαζεύω ξέφτια μ’ αναμνήσεις
κάτω από την σκόνη τα χαμογελά μας
μα θα πρέπει πρώτα την σκουριά να ξύσεις.

Δυο φωτογραφίες πρόβαλαν  μπροστά μου
βλέπω τα όνειρά μας σφιχταγκαλιασμένα
μια φωτιά να καίει, γύρω και βαθιά μας
που είχε τις καρδιές μας σίδερ’ αναμμένα.

Βγαίνω από τον χρόνο  μπαίνω στις ρωγμές του
στρέφω την ματιά μου πάνω σ’ ένα αστέρι
είναι το σκοτάδι πιο πυκνό μπροστά μου
νιώθω  μα δεν πιάνω δίπλα μου ένα χέρι.

0
Μαρτίου 4th, 2017

στη Σοφία μου

Σαν σήμερα θυμάμαι στη ζωή μου
πως ήρθε σαν ευχή, σαν προσμονή
σαν κάτι που συνήθως μου αργεί-
μια λάμψη να φωτίσει το κελί μου.

Σαν σήμερα πρωτόδα τα όνειρά μου
να παίρνουνε στα μάτια μου μορφή
σαν ποίημα που ζητάει να γραφεί
να παίρνει τα σκοτάδια μακριά μου.

Σαν σήμερα μπορούσα να ελπίζω
να πιάσω το κουβάρι από την αρχή
σαν ήλιος που ανατέλλει κάθε αυγή
στα μάτια της βαθιά να καθρεπτίζω.

Σαν σήμερα μηνύματα σε τοίχους
που τα ‘βρισκα κρυμμένα στη ρωγμή
των χρόνων μου που είχανε χαθεί
μακριά απ΄ της αγάπης μας  τους ήχους.

0
Μαρτίου 4th, 2017

Να σκάβεις με νύχια την νύχτα βαθιά
αστέρια ν΄ ανάβεις που σβήνουν
στα χέρια να πιάνεις τη μαύρη φωτιά
να σμίγεις ανάσες π΄αφήνουν.

Να φτιάχνεις δεμάτια μ΄αχτίνες καυτές
τους ήλιους να πιάνεις μ΄απόχη
απ΄τους ανέμους να κλέβεις ριπές
να σκίζεις το κύμα στη κόχη.

Να μπεις σε καρδιές που ‘ναι κλειστές
με μάγια δεμένες να λύσεις
τις αλυσίδες που σέρνουν βαριές
να σπάσεις κι ελπίδα ν΄αφήσεις.

Να ανέβεις ψηλά στου αετού τη φωλιά
τους φόβους σου εκεί να γκρεμίσεις
να βγάλεις φτερά να φύγεις μακριά
και πίσω ποτέ μη γυρίσεις.

0