Ιανουαρίου 19th, 2012

Φωτογραφία0211

Καιρό τώρα θέλω να μιλήσω για δυο νέους ποιητές από τη Θεσσαλονίκη, φοιτητές ακόμη, οι οποίοι εδώ και μερικούς μήνες μου εμπιστεύονται τα γραπτά τους. Καθώς μας δένει αναμφίβολη εκλεκτική συγγένεια ως προς τον τρόπο έκφρασης, προσυπογράφω τη γραφή τους και την παρακολουθώ, αν και δεν έχουν εκδώσει ακόμη κάτι. Είμαι κάτι παραπάνω από βέβαιη ότι έχουν πολλά να δώσουν στην έμμετρη ποίηση στο μέλλον. Εξάλλου η γραφή τους είναι ήδη ώριμη. Τα ονόματά τους: Θάνος Γιαννούδης και Ααρών Μνησιβιάδης.

Επέλεξα σήμερα ένα ποίημα από τον καθένα τους, από τα ανέκδοτα που μου έχουν στείλει, και –με την άδειά τους- σας το παρουσιάζω χωρίς πολλές περιττές εισαγωγές. Εξάλλου είναι βέβαιο ότι θα ξαναμιλήσω για κείνους και μελλοντικά.

Ο Θάνος Γιαννούδης έχει ανεβάσει ορισμένα ποιήματα στο προσωπικό του μπλογκ που θα το βρείτε εδώ. Επέλεξα να σας παρουσιάσω το παρακάτω που είναι και επίκαιρο στην κρίση που ζούμε και γράφτηκε το καλοκαίρι που μας πέρασε:
 

Αναμνήσεις μιας Τρόικας

Μισθώσαμε αρχαιότητες: ελαιοτριβείο των Μάγια,
των Δαναών ανάκτορα και νεκρικές πυρές.
Θερμά μάς υποδέχτηκαν οι γηγενείς με βάγια!
Για να μάς δώσουν θησαυρούς σχημάτισαν ουρές…

Με πάθος κοιμηθήκαμε σ’ υπέρλαμπρους κοιτώνες
που χτίσαν ειδικά για μας μ’ ατσάλι δανεικό.
Βδομάδες μείναμε εκεί; Ή μήνες; Ή αιώνες;
Ποτίσανε τα δώρα μας βαρύ ναρκωτικό!
  
Ξυπνήσαμε και γύρω μας οι πάντες είχαν φύγει! 
Ερείπια πάλι μείνανε στο φως του φεγγαριού…
Στο πάρκο την τσουλήθρα μια τσουκνίδα τώρα πνίγει∙
στον τοίχο σβήνει σύνθημα που λέει: «Μέρα Μαγιού».

Μια χώρα-φάντασμα κι αυτή, εγκαταλελειμμένη…
Γιατί σε όσες πήγαμε το τέλος να ‘ναι αυτό;
Μα πάντως προσπαθήσαμε! Πικρία δε μάς μένει,
ούτε και τύψεις! Ήτανε της Μοίρας της γραφτό…
   
18+19/7/2011

 

Για τον Ααρών Μνησιβιάδη γνωρίζουμε ελάχιστα στοιχεία του βιογραφικού του. Δεν διαθέτει μέχρι στιγμής προσωπικό μπλογκ, ωστόσο ένα ποίημά του έχει δημοσιευτεί από μας στην ανθολογία Παμπάλαιο νερό και θα το βρείτε εδώ:
Σήμερα θα σας παρουσιάσω το παρακάτω, άτιτλο μέχρι στιγμής, με προτεινόμενο δικό μου τίτλο: Φαντάσματα του ένα μηδέν ένα.

Φαντάσματα ποὺ σέρνουνε καλῴδια
κι ἀφῆσαν πρὸ καιροῦ τὶς ἀλυσίδες,
συντρίβουν καὶ σαρώνουν τὰ ἐμπόδια
κι ἱδρύουν ἀθεμέλιωτες πατρίδες,
φαντάσματα μοντέρνα, μὰ φαντάσματα,
μὲ δίσκους, μὲ ἠχεῖα, μὲ ὀθόνες,
τοῦ φόβου ταπεινὰ κατασκευάσματα
σὰν ὅλα τὰ στοιχειὰ μὲς στοὺς αἰῶνες.

Στοιχειώνουν καὶ παλάτια καὶ ὑπόγεια,
βογκοῦν σὲ κλιμακούμενες ἐντάσεις,
τὶς νύχτες κροταλίζουν πληκτρολόγια
καὶ σὰν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς θαλάσσης
ἀρχαῖα ἀνασύρονται ναυάγια
γιὰ χρόνια στὰ συρτάρια βυθισμένα·
διαβολικὰ ταυτόχρονα καὶ ἅγια,
φαντάσματα του ἕνα – μηδὲν – ἕνα.
 

Συνήθεις τρόφιμοι τῆς πρίζας, ἄλλοτε
μιὰ μπαταρία μόνον ἀφαιμάσσουν,
κι ἐσὺ πιστὲ στὴν πρόληψι κι εὐάλωτε
ποὺ ἄνθρωπος δὲν θἄθελες πιὰ νἄσουν
πίξελ μετρᾷς στὴν ἴδια σου τὴν ὅρασι
καὶ βέβαιος πὼς σώζεις τὴν ψυχή σου
κλείνεις μὲ ἔπαρσι τὴν τηλεόρασι
κι ἀνάβοντας ἀνάβεις τὸ PC σου.


Κλείνω εδώ αυτό το σύντομο σημείωμα σφίγγοντας το χέρι των δυο αυτών νέων ποιητών, αυτό που οι παλιοί ονομάζουν «Χειραψία πάνω από την άβυσσο» (δείτε και
εδώ την επεξήγηση) και με την ευχή να αποτελέσουν τον πυρήνα για μια «σχολή» νέων ποιητών που να αγαπούν την έμμετρη ποίηση και να συνεχίσουν να ρίχνουν τους δικούς τους Νέους Ηχους στο Παμπάλαιο Νερό.

 
Ακολουθεί το δικό μου ποίημα με τίτλο «Γαϊτανάκι» που γράφτηκε με αφορμή την φωτογραφία που βλέπετε. Η φωτογραφία έχει τη δική της ιστορία, όπως και όλες οι φωτογραφίες, που θα προτιμήσω όμως να τη διηγηθώ ποιητικά. Στη φωτογραφία απεικονίζονται στίχοι του Ηλία Λάγιου και τραβήχτηκε σε φοιτητικές τουαλέτες.

 

ΓΑΪΤΑΝΑΚΙ

Και ζω πάντα την ίδια ιστορία:
σαν μυστικό μας δένει, γαϊτανάκι,
στο ίδιο κομπολόι, τον Ηλία,
τον Ααρών, τον Θάνο – σε λιγάκι

θα γράψει, με τα μάτια δακρυσμένα,
του ΦΠΨ το επόμενο πρωτάκι
τους στίχους από σένα κι από μένα
και κάποιο που τ’ αρέσει παντουμάκι.

Θα γράψει, μυστικά, στην τουαλέτα.
Θα τρέμει η ψυχούλα κομματάκι,
μα θα ‘ρθουν κάποιοι άλλοι, σαν ξεπέτα

που βάζουν κάποιο πρόστυχο στιχάκι
απάνω στης καρδιάς μας τα σονέτα
κι αδιάφορα τραβούν το καζανάκι.

 

0
Ιανουαρίου 15th, 2012


Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ – ΙΙ

Αγάπη μου, ο καιρός έχει περάσει,
οι μήνες και τα χρόνια έχουν φύγει.
Κανένας δεν μπορεί να μας διασπάσει -
κι αν οι άνεμοι μας πήραν στο κυνήγι
η δύναμή τους πάντα είναι πιο λίγη
από τη μέσα μας γαλήνη κι ηρεμία.
Και να, που παλαντζάρισε το ζύγι
και πορευόμαστε μια πλήρη δεκαετία.


Μαζί ν’ αντιστεκόμαστε στον χρόνο,
τον πανδαμάτορα, που όλα τα ρημάζει.
Απέναντι στον φόβο και τον πόνο,
για μας η ελπίδα πάντα να φωλιάζει,
χαρές καινούριες πάλι να μας τάζει
κι ακόμα πιο πολύ: δημιουργία.
Στα μάτια ο ένας τον άλλον να κοιτάζει,
να πορευόμαστε και γι’ άλλη δεκαετία.

Ξανά να κάνουμε όνειρα δικά μας
κι ας ξέρουμε: η χώρα καταρρέει,
στον άνεμο θα πάν τα σχέδιά μας,
με δάνεια θα παλέψουμε και χρέη.
Η κρίσιμη στιγμή όλους μας καίει,
σ’ αυτόν τον τόπο γράφετ’ ιστορία –
μα εμείς, αντί για τα ένδοξα τα κλέη,
θα πορευόμαστε μι’ ακόμη δεκαετία.

Φίλοι και σύντροφοι συντάσσονται μαζί μας
να μας κρατήσουνε σ’ αυτή τη συγκυρία.
Τώρα που παίζουνε στα ζάρια τη ζωή μας,
θα πορευόμαστε σε κάθε δεκαετία.


14/1/2012

Η Μπαλάντα του άντρα μου (Ι) βρίσκεται εδώ


1
Ιανουαρίου 13th, 2012

ΟI NΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ VII

Ωραία. Και τώρα περιμένουμε ως το Μάρτη -
στην εφεδρεία οι μισοί, οι άλλοι απολυμένοι
ή με μισθό ψαλιδισμένο, τσακισμένοι.
Κι οι κερδοσκόποι σπάνε πλάκα, κάνουν πάρτι.

Η Ελλάδα ξεθωριάζει, σβήνετ’ απ’ τον χάρτη -
σαν μετανάστης ο νεότερος πηγαίνει
κι ο μεγαλύτερος τι έχει να προσμένει;
Λένε για στάση πληρωμών κάποια Τετάρτη.

Ζητάνε κούρεμα μεγάλο οι αγορές
κι αντί  γι’ ανθρώπους μόνο νούμερα μετράνε.
Μας βάζουν δίλημμα: σε ευρώ ή σε δραχμές
το χρέος σας; Εσείς πως προτιμάτε να ‘ναι;

Κι οι κερδοσκόποι σπάνε πλάκα, κάνουν πάρτι.
Λένε για στάση πληρωμών κάποια Τετάρτη.

 

13/1/2012

 

0
Ιανουαρίου 8th, 2012

 

Tο άρθρο αναδημοσιεύεται από την Ελευθεροτυπία (το βρήκαμε εδώ) επειδή πιστεύουμε πως υπάρχουν εμφανείς ομοιότητες και με κάποιους διανοούμενους της εποχής μας… Διαβάστε:

 

Η Γαλάτεια κατά του Νίκου Καζαντζάκη

Η σχεδόν άγνωστη, αν και δημόσια, αντιπαράθεση της Γαλάτειας Καζαντζάκη που φέρνουμε στο φως, θέτει υπό αμφισβήτηση τα φιλικά της αισθήματα απέναντί του. Κι όμως, η αδελφή της Ελλη Αλεξίου, ακόμη και το 1977 στη «Νέα Εστία», επέμενε: «Καμιά εχθρότητα δεν τους χώριζε ώς το τέλος της ζωής τους. Αλληλοεκτιμούνταν και αλληλοβλέπονταν…».

Η αντιπαράθεση εκείνη βέβαια ήταν πολιτική και την είχε προκαλέσει το διευκρινιστικό άρθρο του Νίκου Καζαντζάκη για το «πιστεύω» του με τίτλο «Ο φόβος και πείνα» στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» στις 20 Ιουλίου 1936. Η Γαλάτεια τότε, δέκα χρόνια από τον χωρισμό τους, ήταν ήδη παντρεμένη με τον άσπονδο φίλο του, Μάρκο Αυγέρη, ο οποίος αργότερα υποστήριξε ότι μπορεί να κρίνει κανείς την «Οδύσεια» των 33.333 στίχων «χωρίς καθόλου να την έχει διαβάσει». Η οργισμένη της απάντηση φιλοξενήθηκε στις σελίδες της βραχύβιας «Ελευθέρας Γνώμης» στις 26 Ιουλίου 1936. Ο λόγος που δεν είχε εντοπισθεί οφείλεται στη διακοπή της έκδοσης του αριστερού εντύπου από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση.

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο συγκεχυμένη, υπήρχαν αυταπάτες για τις επιδιώξεις του Χίτλερ και η στάση του Στάλιν φαινόταν επιφυλακτική. Οι σκέψεις του Καζαντζάκη μπορεί εκ των υστέρων να θεωρούνται κοντόφθαλμες, απωθητικές και αφελείς, αλλά τότε επιδέχονταν συζήτηση και έστω απόρριψη των βασικών τους σημείων. Το κείμενο όμως της Γ.Κ. ήταν μια ανοιχτή καταγγελία σε υψηλούς τόνους από την αρχή μέχρι το τέλος. Αποδοκιμάζονται οι θέσεις του «ερημίτη της Αίγινας», αλλά κατακρίνεται και η εγωκεντρική του προσωπικότητα με χαρακτηρισμούς που ξεπερνούν κάποτε τα όρια της ευπρέπειας. Προηγούνται μερικά αποσπάσματα του άρθρου του Καζαντζάκη που συνδέονται με την απάντηση της Γαλάτειας, την οποία στη συνέχεια παραθέτουμε:

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Ο φόβος και η πείνα

……………………………………….

Να σκέπτεσαι με αποχρώσεις θεωρείται θανάσιμο αμάρτημα κι από τις δυο παρατάξεις -δεξιά κι αριστερά- που αποτελούν τη συμπαγή, απλοϊκή και βελάζουσα μάζα του «σκεπτομένου όχλου». Το ναι ή το όχι είναι γι’ αυτούς οι δυο μονάχα επιτρεπόμενες απαντήσεις. Το άσπρο ή το μαύρο. Ανάμεσα στα δυο αυτά ακρότατα όρια, που οφείλουν να τα κατέχουν μονάχα οι μαχόμενοι άνθρωποι της ενέργειας, δεν επιτρέπουν καμιά απόχρωση, μήτε συνθετική προσπάθεια στον σκεπτόμενο ανεξάρτητον άνθρωπο. Να κοιτάζεις με αθόλωτο μάτι -αθόλωτο κι από το μίσος κι από την αγάπη- τη σημερινή ελληνική ή παγκόσμια πραγματικότητα, να ομολογείς την αρετή και συνάμα και την ατιμία, το φως και το σκοτάδι που αποτελούν εδώ στη γη το κάθε ζωντανό, είτε άνθρωπος είναι είτε ιδέα -να είσαι, με μια λέξη, ελεύθερος, γίνεται ολοένα και περισσότερο δύσκολο όχι μονάχα στον τόπο μας παρά και σε όλο τον κόσμο.

……………………………………….

Από τα μεγάλα Εθνη σήμερα η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Ιταλία πνίγονται στα σύνορά τους, δεν έχουν πού ν’ απλωθούν, πεινούνε· η Γαλλία και η Αγγλία είναι παραχορτασμένες, μοιράστηκαν τον κόσμο και κοιτάζουν με φόβο τους ακτήμονες και πεινασμένους λαούς.

Πώς ένας αμερόληπτος νους, που δεν καταδέχεται να θολωθεί μήτε από αγάπη μήτε από μίσος μπορεί να αντικρίσει την ενέργεια των δύο τούτων ομάδων;

Πριν από λίγους μήνες οι «διανοούμενοί» μας περιέφεραν μιαν εξοργισμένη και ανώδυνη διαμαρτυρία εναντίον της Ιταλίας που χύθηκε να φάει την Αβησσυνία. Κάποιος με ρώτησε αν θα την υπέγραφα.

-Σίγουρα, του αποκρίθηκα, πονώ την Αβησσυνία που υπερασπίζεται την ελευθερία της, μα συνάμα αναγνωρίζω και το δικαίωμα που έχει η Ιταλία να ζήσει, να μην πνιγεί μέσα στα στενά σύνορα που δεν τη χωρούν. Ολοι οι λαοί που εδημιούργησαν τους μεγάλους πολιτισμούς, ακολούθησαν τα ίδια αδηφάγα, απάνθρωπα, σκοτεινά τους ένστικτα: στην πρώτη τους σωματική ανάπτυξη αδίκησαν, άρπαξαν, έφαγαν· κι άμα εστερέωσαν το σώμα τους κι έπαψε η πείνα, άρχισαν να δημιουργούν. Το ίδιο κάνει και σήμερα η Ιταλία, τους ίδιους ακολουθώντας απάνθρωπους νόμους. Το πνεύμα είναι το πιο σαρκοβόρο όρνεο.

……………………………………….

Εγώ χρόνια τώρα έχω συνδέσει τη μοίρα μου με την αριστερή παράταξη. Μα μάχομαι να τη διατηρήσω ακέραιη την κρίση μου και να κοιτάζω τους αντίπαλους με σεβασμό. Κι όχι μονάχα με σεβασμό· παρά και με μιαν παράνομην αλλόκοτην αγάπη. Στην αρχή δεν ένιωθα γιατί, τώρα νιώθω. Γιατί μαντεύω τώρα (κι ολοένα αυτό γίνεται πεποίθηση μέσα μου) πως είμαστε κρυφοί συνεργάτες και μαχόμαστε για τον ίδιο σκοπό. Ποιο σκοπό;

Να κουνηθεί λίγο η ψυχή του ανθρώπου, να μένει όσο μπορεί πιο άγρυπνη, να τρέμει λίγο από τον φόβο ή να χυμάει, άπληστη, γύρα της, σπρωγμένη από την Πείνα.

«Η Καθημερινή», 20/7/1936

26-7-36

Φίλε κ. Διευθυντά,

Η «Ελευθέρα Γνώμη» προ ημερών εκριτικάρισε και εκαυτηρίασε μερικά φαινόμενα του εγωκεντρισμού της ελληνικής διανοήσεως, που κάνουν συχνά μερικούς λογοτέχνες, λακέδες του κεφαλαίου και της «αρχούσης τάξεως».

Στην «Καθημερινή» της περασμένης Δευτέρας δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του Ν. Καζαντζάκη, που επιχειρεί να δικαιώσει κι εκείνος και να νομιμοποιήσει μ’ έναν τρόπο τον φασισμό. Νομίζω πως δεν πρέπει να περάσει και το φαινόμενο αυτό ασχολίαστο. Είναι μια άλλη μορφή εγωκεντρισμού, που οδηγεί όμως στα ίδια αποτελέσματα. Στην αντίδραση και στην εξυπηρέτηση των ισχυρών εις βάρος των συμφερόντων του Λαού.

Σε ύφος κηρύγματος και με αμίμητη αυταρέσκεια και κομπορρημοσύνη, αρχίζει πρώτα-πρώτα να βάζει σύνορα μεταξύ του εαυτού του και των πολλών. Ο «σκεπτόμενος όχλος», η «βελάζουσα αυτή μάζα», όπως την ονομάζει, σαν πρωτόγονη και βάρβαρη που είναι, σκέπτεται χονδροειδώς «μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι» ενώ εκείνος σκέπτεται «συνθετικά» και «με αποχρώσεις», δηλαδή σαν υπερπολιτισμένος και ραφινάτος. Τώρα αν παρακάτω βρίσκει πως «πολύ δίκαια» αυτή η βελάζουσα μάζα σκέπτεται και ότι μάλιστα σκέπτεται «πολύ γόνιμα», δεν έχει σημασία. Οι αντιφάσεις είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της σκέψεως του κ. Καζαντζάκη.

Λέει, λοιπόν, πως αν ήταν «άνθρωπος της ενέργειας», θα ήταν με την αριστερή παράταξη, γιατί προς τα εκεί τον σπρώχνει η… ιδιοσυγκρασία του!

Η ίδια όμως ιδιοσυγκρασία του αναγνωρίζει πιο κάτω ότι ο φασισμός και ο χιτλερισμός πηγάζουν από «βαθιές ψυχικές και οικονομικές ανάγκες των λαών» και πως «είναι φαινόμενα άξια του πιο μεγάλου σεβασμού», ο δε Μουσολίνι και ο Χίτλερ μέσα στο δράμα της ζωής «είναι δυο μεγάλοι πρωταθλητές, όπως ο Λένιν ή ο… Γκάντι!».

Για να δικαιώσει τον φασισμό ο… από ιδιοσυγκρασίας αριστερός, επιστρατεύει την παλιά βολική εξήγηση της ιστορίας με την πείνα και τον φόβο.

Ονομάζει λοιπόν τα φασιστικά έθνη, έθνη πεινασμένα και «προλεταριακά» που θέλουν να χορτάσουν! Και ξεχνά πως από την αρπαγή, την κτηνώδη βία, την κυνική περιφρόνηση της διεθνούς ηθικής, που εξασκούν αυτά τα έθνη, και τις κατακτήσεις που επιδιώκουν, οι μόνοι που έχουν να ωφεληθούν είναι βέβαια πάλι οι χορτάτοι κεφαλαιοκράται των λαών αυτών. Ο λαός ο προλετάριος τι θα βάλει στην τσέπη του από τον μαζεμένο πλούτο; Οι αγρότες, οι εργάτες, η μάζα, τι έχει να κερδίσει από τις κατακτήσεις αυτές; Σε τι θ’ αλλάξει η τύχη τους;

Εν τω μεταξύ, αντί να αλλάξουν τύχη οι τάξεις αυτές, το εναντίον, υποδουλώθηκαν και εκμηδενίστηκαν τέλεια στο κεφάλαιο, στους πάντοτες χορτασμένους. Αλλά και σε τι άλλαξε η τύχη των προλεταρίων στα «χορτασμένα κράτη»; Κι εκεί αν είναι κάποιος χορτασμένος είναι πάλι το κεφάλαιο. Ετσι ο φασισμός και ο χιτλερισμός είναι μόνο υποδουλωτές των μαζών και μια εκδήλωση, όχι των πεινασμένων, αλλά των χορτάτων, του αφηνιασμένου κεφαλαίου.

Ο κ. Καζαντζάκης, καθώς βλέπετε, μπερδεύει και συσκοτίζει τα πάντα, γιατί δεν βρίσκεται «στον πρώτο βαθμό της μυήσεως», όπου το καλό και το κακό είναι αμείλικτοι εχθροί, αλλά στον δεύτερο, όπου «το κακό και το καλό συνεργάζονται», ή στον τρίτο βαθμό, όπου «το καλό και το κακό συνταυτίζονται», όπως λέει. Τι καλό, τι κακό; Το ίδιο κάνει. Επομένως, τι αριστερισμός, τι φασισμός. Κι αφού είναι το ίδιο, γιατί ο κ. Καζαντζάκης θέλει να ‘ναι με τους αριστερούς;

Μπορεί περίφημα να είναι με όλα τα κόμματα. Αλλη αντίφαση με τον εαυτό του! Χαίρε λοιπόν οπισθοδρομική διανόηση, που βουλιάζεις ολοένα στη σύγχυση και το μηδέν. Γιατί τι θα πει «το καλό και το κακό είναι ένα»; ‘Η ότι το καλό είναι κακό και το κακό καλό, πράγμα που είναι ολότελα παράλογο, ή ότι και τα δύο είναι μηδέν; Πάντα η βαθυστόχαστη αντιδραστική διανόηση για ν’ αποφύγει τα ενοχλητικά ναι και όχι κατασταλάζει στο χάος και στο μηδέν, όταν δεν οδηγεί στη βαρβαρότητα και στην κτηνωδία.

Ο κ. Καζαντζάκης στο βάθος του, χωρίς να το καταλαβαίνει, δεν πιστεύει σε τίποτα. Πιστεύει μόνο στον εαυτό του! Είναι το κέντρο του παντός. Ολη η τακτική του είναι εγωκεντρική. Μόνο στα ατομικά του συμφέρονται βρίσκει η ζωή του τη δικαίωσή της. Αυτό το αναφέρομε γιατί είναι γενικό φαινόμενο στους αντιδραστικούς διανοουμένους.

Στον «ερημίτη της Αίγινας» η κατάσταση αυτή του πνευματικού και ηθικού μηδενισμού, επειδή εκφράζεται με εξαιρετικό ναρκισσισμό και φιλαρέσκεια, εκδηλώνεται γι’ αυτό τον λόγο εναργέστερα. Ετσι, μέσα στην αυταρέσκειά του, βρίσκει πως η δράση για τα συμφέροντα της ανθρωπότητος π.χ. είναι πολύ βολική ασχολία και ένας εύκολος ηρωισμός. Μ’ άλλα λόγια, το να πεθαίνει κανείς στις φυλακές και στις εξορίες είναι πολύ βολικό και εύκολο πράμα, εν αντιθέσει με τη δική του ηράκλεια πάλη γύρω από το «εναγώνιο εάν», όπως λέει.

Είναι άθλος ακατόρθωτος πραγματικά να μιλάει κανείς με «αποχρώσεις». Αλλά αυτές τις αποχρώσεις, που τις θεωρεί το αποκορύφωμα της σκέψεως καθώς φαίνεται, ο λαός τις συνόψισε θαυμάσια στο ανέκδοτο του Τούρκου Καδή. Ετσι κι εκείνος, όπως κι ο κ. Καζαντζάκης, έβρισκε πως όλοι έχουν δίκιο. Κι ο φονιάς κι ο σκοτωμένος, κι ο ίδιος που δεν ήξερε τι ν’ αποφασίσει!

Η ληστρική επιχείρηση της Ιταλίας στην Αιθιοπία βρίσκει στη σκέψη του κ. Καζαντζάκη την καλύτερή της δικαίωση. Είναι, λέει, σύμφωνη με τα ανώτερα «συμφέροντα του πνεύματος»!! «Το πνεύμα είναι το πιο σαρκοβόρο όρνεο». «Ακολουθεί απάνθρωπους νόμους!»

Σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, ο ληστής που σκοτώνει και γδύνει τους διαβάτες εξυπηρετεί τα ανώτερα συμφέροντα του πνεύματος. Το καλό και το κακό συνταυτίζονται, και εδώ σύμφωνα με τον τρίτο βαθμό της «μυήσεως».

Ο κ. Καζαντζάκης καυχιέται πως και η δική του σκέψη είναι απάνθρωπη! Δηλαδή δεν είναι πια ανθρώπινη, σαν της Ρόζας Λούξεμπουργκ π.χ. που ήταν γεμάτη τρυφερότητα για τα πάντα. Αλλά είναι υπεράνθρωπη ή θεία, δηλαδή ανήκει στη χώρα των Χιμαιρών.

Ο καθένας βλέπει απ’ αυτά τι πελάγωμα παθαίνει ο διανοούμενος που ενδιαφέρεται προπαντός για την ησυχία του και το λογοτεχνικό του κηπάριο.

Εδιάλεξε το πιο δύσκολο κι αχάριστο έργο και «πληρώνει βαριά», όπως λέει, αυτή του την πνευματική διαύγεια, τη νηφαλιότητά του αυτή! Εν αντιθέσει με τους έξαλλους αριστερούς, που καλοπερνούνε στα μπουντρούμια και στα νησιά του θανάτου. Αυτός δεν ενδιαφέρεται για τη δράση, καθώς λέει. Και τι είναι τότε η «δημοσιολογημένη σκέψη» που με τόση καμποτινίστικη ικανότητα επιδεικνύει κάθε φορά που θα βρει ευκαιρία; Δεν είναι κι αυτή μια μορφή κοινωνικής δράσεως και μάλιστα όχι από τις κατώτερες;

Στη δράση αυτή ο κ. Καζαντζάκης προσφέρει μόνο τη σύγχυση και την αντίδραση, το κήρυγμα της αποχής και της αδιαφορίας για την πάλη του ανθρώπου ν’ αλλάξει η ζωή σύμφωνα με τους ευγενικούς πόθους της καρδιάς του. Εχει δίκιο. Αυτός είναι ο ρόλος των πεινασμένων, κι αυτός θέλει προπαντός να εξασφαλίσει αδιατάρακτο τον ευδαιμονικό του ησυχασμό. Είμαστε βέβαιοι πως ο χαρακτηρισμός του ως ερημίτη της Αίγινας, από τους απλοϊκούς και τους δημοσιογράφους που κυνηγούν τις εντυπώσεις, θα τον εκολάκευσε και θα τον ηυχαρίστησε εξαιρετικά.

Οπωσδήποτε για μας που ανήκομε στη «βελάζουσα μάζα» δεν θα πάψει ποτέ να είναι ο κήρυκας παμπάλαιων αναμασημάτων, που τα χαρακτηρίζει ως σύνθεση πνευματική, ως ένα ανώτερο πνευματικό κοκτέιλ για τους «ραφινάτους και τους εστέτ». Για μας είναι πάντα ένα νεκροταφείο ιδεών. Για μας το πνεύμα του είναι γεμάτο από μούμιες κακά διατηρημένες.

Κάτω από τη μάσκα της δήθεν ανεξαρτησίας και ελευθερίας του κρύβει την πιο μεγάλη πνευματική στειρότητα, και μια τρομακτική ψυχική κενότητα. «Είναι ήσυχος, ασυνείδητος κι ευτυχής».

Η ζωή για τον κ. Καζαντζάκη είναι γεμάτη νεκρά και αφηρημένα σχήματα που καμιά πνοή αισθήματος δεν μπορεί να ζωντανέψει. Γι’ αυτό είναι πέραν της αγάπης και του μίσους, όπως καυχιέται. Είναι πέραν του φασισμού και του κομμουνισμού (είναι μετακομμουνιστής). Είναι πέρα από τα ανθρώπινα (είναι απάνθρωπος), είναι έξω τόπου και χρόνου. Ανήκει κοντολογίς στη χώρα των παραμυθιών και των κολοκυθοκορφάδων!

Φιλικότατα,

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

2
Ιανουαρίου 7th, 2012

ΟΙ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΟΙ VI


Αρχίζω πια σιγά σιγά να συνηθίζω
σαν τα πουλάκια που τα βλέπεις στο κλουβί.
Κλείστηκα εκούσια στη μικρή μου φυλακή,
όπου τα σύνορά μου μόνη περιορίζω.

Δεν κάνω σχέδια – προπάντων δεν ελπίζω:
με μάταια όνειρα η μέρα δεν θα βγει.
Με σήριαλ Τούρκικα ξεχνιέμαι στην TV
κι ο κόσμος μίκρυνε σ΄ ό,τι μπορώ να ορίζω.

Με ξεγελάν ωστόσο οι Αλκυονίδες:
Για λίγο, στην πασίχαρη λιακάδα
ανθίζουν σκέψεις, φευγαλέες ελπίδες

πως –τάχα- φέτος θα σωθεί η Ελλάδα.
Γυρνά ο καιρός κι είναι βαρύς χειμώνας.
Των Αγανακτισμένων είν’ ο αγώνας.

7/1/2012


0
Ιανουαρίου 2nd, 2012

nikos

ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΕΡΑΣΤΕΣ

Ι) Η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ

Η ιστορία αρχίζει….Μια φορά
κι ένα καιρό (συνέβησαν στ’ αλήθεια;)
ο Έρωτας, με βέλη πονηρά,
σκαρφίστηκε καινούρια παραμύθια.

Η αφήγηση τυλίγει – σαν πλοκάμι.
Διχάζονται οι μνήμες, οι καιροί.
Ήταν ένα παλάτι, κάποιοι γάμοι
κι η Σταχτοπούτα ακόμα ήταν εκεί –

με μόντεμ και πολλές ιστοσελίδες
(μπερδεύω χρόνους νέους και παλιούς).
Σκέψεις στα chat εμοίραζε κι ελπίδες
σ’ επίδοξους – μάλλον αρσενικούς –

μνηστήρες, που μετάνθρωποι ήταν πάντως,
κι αντί γοβάκι, την πληροφορία
μάζευαν για το μήκος και το πλάτος,
το στίγμα, στου δικτύου την αναρχία.

ΙΙ) Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ

Έτσι κι ο Πρίγκηπας, επάνω του κρατούσε
στη μέσα τσέπη του (φόδρα βασιλική),
τα ποιήματα της Σταχτοπούτας – και κινούσε
για να τη βρει στο Διαδίκτυο – κάπου εκεί.

Θάλασσες πέρασε (μας λέει το παραμύθι),
περπάτησε, χίλια λαγκάδια και βουνά,
πολέμησε, με των εχθρών όλα τα στίφη
κι έφτασε κάποτε σε μέρη μακρινά.

Εκεί συνάντησε το γυναικείο είδωλό του,
τ’ αρχέτυπο, όπως το μάθαινε μικρός -
να ‘ταν η Σταχτοπούτα, τότε, στ’ όνειρό του
ή φανερώθηκε ο κρυφός του εαυτός;

ΙΙΙ) ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

Με σπίρτα ήταν παιδάκια και οι δύο,
που στην αδύναμη τη φλόγα ονειρευόνταν
(Χάνσελ και Γκρέτελ τους ελέγαν, στο βιβλίο).
M’ ονόματα που αλλάζαν, πορευόνταν

σε μέρη απ’ τ’ όνειρο – μαγευτικά στ’ αλήθεια.
Την βρήκε και πυκνό έπεφτε χιόνι
(η κάμαρα ζεστή, λένε τα παραμύθια).
Τ’ άσπρο χαλί απέξω τους κυκλώνει.

Εκείνος ταξιδιώτης, Οδυσσέας, Πήτερ Παν
κι εκείνη ατίθαση Αμαζόνα, ως τα τώρα.
Ψυχή τε σώματι ενωμένοι, σ’ ένα Σύμπαν
ιδιωτικό, γι’ αυτούς τους δυο – παράξενη ώρα:

γυμνώνονται, χάνουν τα πρότυπά τους,
μένουν δυο σώματα που σμίγουν – εραστές.
Διώχνουν τους φόβους και τα τραύματά τους,
αιθέρια γίνονται κορμιά, λευκές ψυχές

που στην αγάπη ξεκινούν μια μαθητεία.
Συνήθισαν να ζουν στα παραμύθια,
μα τώρα (όπως μας λέει η ιστορία),
μες τα βιώματά τους βλέπουν την αλήθεια:

Τ’ αρχέτυπα κι αν παίξουν κι αν προβάλλουν,
θα είναι πάντα δυο εραστές, σε κάθε ρόλο,
που θα διστάζουν, θα φοβούνται, θ’ αμφιβάλλουν
και θα ενώνονται με πάθος κι όλο

το Σύμπαν θα συνωμοτεί για τα όνειρά τους.
Να το δικό τους παραμύθι, της καρδιάς τους.

Ιανουάριος 2002

αφιερωμένο στον άντρα μου για την αυριανή επέτειό μας

Καλή χρονιά σε όλους…Κι ας προσπαθήσουμε όλοι να μαθητεύουμε καθημερινά στην αγάπη…


8
Posted in Δικά μου |
Ιανουαρίου 1st, 2012

Σκέφτηκα πολύ ποιό να βάλω ως πρώτο ποίημα του 2012. Τελικά αποφάσισα να επανέρθω σε μια παλιά στιχομυθία, σε ένα ποιητικό παιχνίδι που ανταλλάξαμε πριν από 3 χρόνια με τον φίλο μου τον Στιχάκια (γνωστό και ως Καραμπουζουκλή πλέον). Ετσι για να θυμηθούμε την εποχή που μόλις άρχιζε η κρίση και είχαμε ακόμα όρεξη να κάνουμε αστειάκια τύπου Ποπολάρος – Πασιονάρια (αυτά τα δυο νομίζω τυπώθηκαν κιόλας κάπου). Τώρα να δούμε φίλοι τι πλακίτσες θα κάνουμε φέτος… ή θα μας κάνουν…     Καλή Χρονιά !


Ποπολάρος (Stixakias)

Ιανουάριος 9, 2009 in τα σατιρικά


Με κώλο που αγαπάει τον καναπέ
τηλε- κι εγώ -απ’ το σαλόνι επαναστάτης
με ύφος προπαντός και με τουπέ
(να μοιάζει η φάτσα μου μιας άλλης πιο φευγάτης)


κάνω αποτίμηση στα πρόσφατα συμβάντα.
High Definition οι μολότοφ στην οθόνη
ταιριάζουν μούρλια με τα φώτα στη βεράντα
κι ο ήχος τους –Dolby Surround- μ’ απογειώνει…


Κάνω αναλύσεις. Οι απόψεις μου σταράτες!
Μπάτσοι, Γουρούνια –στα Εξάρχεια Δολοφόνοι
Μετά, αλήτες μασκοφόροι τρομοκράτες!
Και δίπλα μου, όλη η οικογένεια καμαρώνει…


Χρηματιστήριο, Εφρέμ, παπαδοπαίδια
Πώς καταντήσαμε οι γελοίοι αυτό τον τόπο
Άλλα είχα φτιάξει στο μυαλό -για φέτος- σχέδια
Ζωή εν τάφω τα Χριστούγεννα γαμώτο!


Αλλάζει ο Χρόνος! Σβήσε αγάπη μου τα φώτα
Κρύψου καλά να μη μας δει αυτός που μπαίνει
Κόψε την πίτα. Το Σταυρό να κάνεις πρώτα
να ΄ναι και φέτος η χρονιά μας σταυρωμένη…


Έχε τα μάτια σου κλειστά μη δεις εκπλήξεις
Πότε είχαμε καλή χρονιά; Δεν το θυμάμαι…
Πώς θα ΄ν η επόμενη; Ξανά ήξεις αφήξεις…
Κι εμείς τι κάνουμε; Αχ! αγάπη μου. Γερνάμε…
………………………………………………………………..


Εποστρακίστηκε ο φελλός απ’ τη σαμπάνια
κι έγινε χάλια το χαλί και το Armani
και ειλικρινά, προσπάθεια Τιτάνια
έκανα –να- μην κάποιος άξαφνα πεθάνει…

———————————————————————————-

ΠΑΣΙΟΝΑΡΙΑ (Kολοτούρου)


Αχ, η Επανάσταση! Στη Μόσχα, αδερφές μου
- μια η Ρόζα, κόκκινη, κι εγώ εδώ αλλημιά –
Από το πάθος μου, στενάζει ο καναπές μου
και το κοντρόλ θα σπάσω, πάλι, τελικά.


Ξέρετε πόσα -σε στιγμές μ’ εσχάτη ανία-
με κάρτα πλήρωσα, να πάω κι εγώ στο σπα,
που ‘χει στα υπόγεια η Μεγάλη Βρεττανία
(και αναφέρομαι στ’ Oτέλ μας, φυσικά).


Κι έρχονται τώρα τα κωλόπαιδα και σπάνε,
- πράξεις στα όρια του εσχάτου ξεπεσμού-
κι οι γιορτινές οι μέρες άσκοπα περνάνε,
χωρίς τα ψώνια μου –όπως πάντα- στην Ερμού!


Και κάνουν πάλι και στο Σύνταγμα πορεία
- θα πάω, πέστε μου, μετά στο ρεβεγιόν
χωρίς μασάζ και κάποια λουτροθεραπεία;
Με έχουνε όλα τούτα κάνει έξω φρενών.


Και νιώθω πάλι, όπως η Αννίτα, το ίδιο μίσος
για όλους: μπάτσους και μαζί και μαθητές.
Κι αν κλείσουνε τους δρόμους, λέω ξανά πως ίσως
στην Ελβετία θα χρειαστώ διακοπές…


…ή στις Μαλδίβες…Πλέον δεν μπορώ, χρυσοί μου
την Ελλαδίτσα μας, την τριτοκοσμική.
Η σκέψη μου πονάει, μαζί κι η θύμησή μου
- έχω περάσει και καλά, στην τελική.


Μα όσο το σκέφτομαι, πια δεν σηκώνει άλλο:
θα φύγω – ιδού μια πράξη επαναστατική –
για ονειρεμένο ένα ταξίδι, και μεγάλο,
κάπου προς τη Λατινική Αμερική


(…μπας και πετύχω έναν Λατίνο εραστή! )

0
Δεκεμβρίου 21st, 2011

 

Ανυπότακτα Στοιχειά

στους συντρόφους

Ταξίδεψε ανάποδα την σφαίρα
στο πέρασμά σου σπρώξε τα βουνά
αιωρήσου στα γυρίσματα του αέρα
βυθίσου με μια ανάσα στην φωτιά

γέμισε τα πνευμόνια σου σκοτάδι
και ρούφηξε την μέρα σου βαθιά
ανάτειλε τον Ήλιο κάποιο βράδυ
τα αστέρια χάρισέ τα στα παιδιά

γνώρισε μαγεμένους και αυθεντίες
σπείρε – γλυκά- στην έρημο νερά
λαθρεπιβάτες βάλε σε ιστορίες
ψυχές αδέσποτες να κλέβουν μυστικά

σήκωσε τα κομμάτια των χαμένων
και στήσε οδοφράγματα ψηλά
στιχάκια ποιητών κατατρεγμένων
ελεύθερα να τρέχουν στα στενά

λιώσε κραυγές και ντύσε την οργή σου
λέξεις ακόνισε στις μύτες αιχμηρά
όνειρα μάζεψε – ανθίζουν στην αυλή σου -
ρίξε στον φόβο σου ευθύβολη ματιά

λαθραία πέρασε κλεμμένες αναμνήσεις
και φύτεψέτες σε ανήλιαγα μυαλά
δίνουν καρπούς μα πρέπει να ποτίσεις
άνυδρα χρόνια με χαμένη την σοδιά

τις νύχτες άνοιγε πληγές στον Εφιάλτη
ένα μαχαίρι μπήξε στην καρδιά
μην του γυρίσεις ήσυχος την πλάτη
βρες την φωνή και άρπαξέ του την μιλιά

βάλε φωτιές στις ερημιές να τις φωτίσεις
κλείσ΄τα σκοτάδια σε διάφανα κελιά
τα πτωματόδετα κειμήλια να γκρεμίσεις
στο Φόβο σφίξε μέχρι τέλος την θηλιά

φτιάξε στουπιά και ρίξε τον θυμό σου
- ανάβουν εύκολα σε ελεύθερα μυαλά -
τον ηττημένο νιώσε σύντροφό σου
αντάλλαξε αίμα με σφιγμένη την γροθιά

σκόρπισε Έρωτα και άστεγα λουλούδια
σε τοίχους άφησε την καύτρα από φιλιά
σεσημασμένους πόθους για τραγούδια
ψιθύρισέ τους σε ανυπότακτα  στοιχειά.

———————————————–

Οι ανεμόμυλοι θεριεύουν στην ομίχλη
ο Δον Κιχώτης επελαύνει στα τυφλά
μια πέτρα πιάνει αδέξια, και την ρίχνει
 και το ταξίδι της ζωής σου αρχινά! 

 

Δεκέμβρης 2011
Γεωργόπουλος Νίκος

 

3
Posted in Αλλων |
Δεκεμβρίου 8th, 2011

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΟΖΩΝΤΑΝΩΝ

Οι νεκροζώντανοι τις μέρες σημαδεύουν
μία μία και μετράνε τον καιρό.
Τα κίνητρα να ζήσουνε γυρεύουν -
στην τσέπη τους δεν έχουν ούτ’ ευρώ.
Τους πήραν και το σπίτι – θλιβερό!
Δεν έχει μείνει κάτι να πιστεύουν.
Των φόρων το τσουνάμι, φοβερό,
τους έπνιξε και πια δεν την παλεύουν.

Μαζεύονται σ’ ουρές και φοβισμένοι
πληρώνουνε αυτό που αναλογεί –
σαν να όρισε κάποια άγνωστη Ειμαρμένη
το χρέος καθενός πριν γεννηθεί.
Σαν κάποια Προφητεία θα εκπληρωθεί
μ’ απέλπιδες ανθρώπους, που τους κλέβουν.
Το μέλλον τους σαν βρόγχος – και νοσεί.
Τους έπνιξε και πια δεν την παλεύουν.

Τα βράδια μες τα σπίτια ξαγρυπνούνε
φωνάζουνε στο ίντερνετ – γραπτά.
Στο facebook ατάκες διακινούνε
και στέλνουν στο twitter μαζικά.
Στους δρόμους βγαίνουν λίγοι τελικά:
οι νέοι που θυμώνουν κι αγριεύουν.
Βουλιάζουν οι μεγάλοι – η απελπισιά
τους έπνιξε και πια δεν την παλεύουν.

Κόσμε του διαδικτύου για σένα γράφω,
για μένα, για όσους ένα φως γυρεύουν.
Να σηκωθούν οι νεκροζώντανοι απ’ τον τάφο:
τους έπνιξε και πια δεν την παλεύουν.

 

7/12/2011

0
Νοεμβρίου 26th, 2011

 

ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΑΧΡΙΡ – ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Στο μυαλό είναι ο στόχος,
 το νου σου, ε;
Κατερίνα Γώγου

Πλατεία Ταχρίρ και πέφτει η πρώτη σφαίρα
στο μάτι το δεξί του Αχμάντ Χαράρα.
Πλατεία Συντάγματος, πασίχαρη ειν’ η μέρα,
οι νέοι τραγουδούν με μια κιθάρα.

Ειν’ υπανάπτυκτοι στην Αίγυπτο εκεί κάτω,
δεν έχουν – σαν εμάς – δημοκρατία.
Εδώ είν’ Ευρώπη -μες το χάρτη να το!-
με δικαιώματα, με κάθ’ ελευθερία.

Εκεί στα μάτια σημαδεύουνε, το νου σας!
Κουράγιο φίλοι μας από τις πέρα χώρες…
Το χέρι πιάστε εσείς του διπλανού σας
και δείξτε του συμπόνοια όλες τις ώρες.

Πλατεία Ταχρίρ, ο Αχμάντ το φως του χάνει,
καθώς χτυπιέται τ’ άλλο μάτι, αριστερά.
Σε μας εδώ, ο απόηχός του φτάνει,
δεν μας αγγίζει… Είν’ όλα τόσο μακρινά.

Αλλ’ ο Μανώλης ο Κυπραίος ξεπροβάλλει
απ’ τις πλατείες του κόσμου, μέσα στον καπνό –
χειροβομβίδα του ‘χουν ρίξει στο κεφάλι,
στο Σύνταγμα: τον άφησαν κουφό.

 

25/11/2011

 

 

1