Μαρτίου 6th, 2010

ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΚΟΣΙ – ΔΕΚΑ, ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ
O κύκλος κλείνει εδώ πέρα μιας Ελλάδας.
Στο πρόσωπο του Γλέζου ρίξαν χημικά.
Μας ψαλιδίζουν τους μισθούς μεθοδικά.
Κουτσομπολιά μας τρέφουν τώρα, μιας φυλλάδας.
Μια Τζούλια ή μι’ ακόμη Ωραία Ελένη,
σαν φούσκες λαμπερές προβάλλουν στον αφρό.
Εμείς χανόμαστε, μες τον ορυμαγδό
και δίπλα η Τράπεζα σαν όρνιο περιμένει.
Αμείλικτα μας σπρώχνει η Ειμαρμένη,
της Κρίσης μέρα γράφει η ιστορία.
Στο δρόμο βγήκανε μεγάλοι και παιδιά.
Κι εγώ, μες το σαλόνι μου κλεισμένη
της Άγρας αγκαλιάζω τα βιβλία
και υπογράφω πως τα βρίσκω ποιοτικά.
6/3/2010
* στην εικόνα ο πίνακας «Ποιητής και Φιλόσοφος» του Νίκου Εγγονόπουλου
Φεβρουαρίου 28th, 2010

Ο ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ
Όταν στον πέμπτο της «Εστίας» με περιζώνει
εμπνεύσεως δίγαμα, τρελής σοδειάς μπαχτσίσι,
ο Κοροπούλης, που απ’ τη σούρα τα ‘χει φτύσει,
της ανεργίας τρανό το φάσμα ανανεώνει.
Μύρτα φωτός, ρευματισμοί τέσσερις, πόνοι
μ’ έχουν λοιπόν ακόμη μια φορά τσακίσει.
Ο Στέφανος στην «Παρουσία» την έχει στήσει:
χριστιανικότατα τον Paul de Man σταυρώνει.
( Από την « Άγρα » μια φωνή με λέγει: «Στείλ’ τον
σε στίχους, να τυπώσωμεν μονοτυπία».)
Και Keats και Κοροπούλην, Λάγιον και τον Milton
ακούω να κρώζουν σε χαώδη συμφωνία.
Όμως θα πιάσω μια σουίτα εκεί στο Hilton
κι ίσως εντέλει ευλογηθώ επ’ αλαλία.
ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ, Συνεστίασις (1991)
Φεβρουαρίου 25th, 2010

ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
Η ζέστη ένδυμα της νύχτας, που όλο ιδρώνει.
Το σύμπαν έχει αρχίσει σταθερά ν’ ακινητεί.
Πασπαλισμένοι μοιάζουν οι εραστές με χρυσή σκόνη
κι οραματίζονται ένα κόσμο που θα τους δεκτεί.
Το βουητό της θάλασσας απόμακρα σιμώνει .
Βαραίνουν μες τους σκοτεινούς της ύπαρξης βυθούς.
Της ζωής η παλμική ενέργεια τους περικυκλώνει,
καθώς διασχίζουν του έρωτα τις άγριες ατραπούς.
Μέτρηση αντίστροφη: τώρα στο ένα φτάνουν δύο
σώματα κι αναλύονται σε χίλιους δυο σπασμούς.
Και πάλι ενώνονται οι θνητοί με τ’ άφθαρτο στοιχείο,
σβήνονται τέλος σε μικρούς θανάτους κι οργασμούς…
…αναζητώντας του “εγώ” καινούριους προορισμούς.
(2002)
Φεβρουαρίου 21st, 2010

ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΜΕΝΩ
Βγήκαμε και το βλέμμα τους κενό κι απόψε πάλι.
Μες στους καπνούς, τη μουσική καθόλου δεν μιλάμε.
Κρατώντας μες στα χέρια μας τη βότκα πορτοκάλι,
τ’ ανέκφραστα τα μέλη μας αδιόρατα κουνάμε.
Ρωτιέμαι τι μας μένει, πού τραβάμε.
Μα το πρωί στη θάλασσα βρίσκω τον εαυτό μου.
Τα πάντα γύρω είν’ ομορφιά, το κάστρο ονειρεμένο.
Πλημμυρισμένο από το φως, το θόρυβο του κόσμου.
Σε μαγεμένους ουρανούς θα ‘λεγες στεριωμένο.
Είν’ η ευτυχία που τόσο περιμένω.
(1990)
Φεβρουαρίου 15th, 2010

ΑΜΟΛΑ ΚΑΛΟΥΜΠΑ
στους φίλους των παιδικών χρόνων
Σ’ ένα ταξίδι μνήμης συναντώ
μικρό παιδί να παίζω στην αυλή μου
σε δύο καρέκλες τον μπερντέ τοποθετώ
μ’ ένα κερί φωτίζω την φωνή μου.
Καθώς φιγούρες έχω για σκιές
κάτι αυτοσχέδια μικρά καραγκιοζάκια
και ενώ αλλάζω εγγαστρίμυθες φωνές
η αυλή γεμίζει μυρωδιές και παλαμάκια.
Και εκεί ανάμεσα σε λήθη και ζωή
ξερά καλάμια για τον χάρτινο αετό μου
κόλλα από αλεύρι και η ουρά του πλουμιστή
καλούμπα αμόλα για να πιάσω τ’ όνειρό μου.
Κλείνω τα μάτια και αρχίζω να μετρώ
τρέχουν οι μνήμες στις κρυψώνες να κρυφτούνε
φτού σου και βγαίνω, θα έρθω να σας βρω
μ’ ένα κρυφτό παιγνίδι να τα πούμε.
Στο χωματόδρομο με βλέπω ξαφνικά
σειρά ν’ απλώνω τα πολύχρωμα γυαλένια
μπαζ και παράμπαζο να βγάζω στα τυφλά
σημάδι, απόσταση, «πόσα έχω κερδισμένα;»
Τις Κυριακές συχνά, μετά το φαγητό
ρεσάλτο κάνω με το τσούρμο στην αλάνα
με ένα μπακότερμα αρχίζω τον χορό
το πρώτο γκολ χαρίζω σε μια Άννα.
Κι όταν σουρούπωνε καθόμουν στα σκαλιά
σε λίγο η μάνα θα με φώναζε να φάω
ονειρευόμουνα με μάτια ανοιχτά
στον φεγγαρόδρομο με γέλια να τσουλάω.
…………………
Χρόνια ενήλικα κι αυτά με προσπερνούν
κάπου θυμάμαι είχα κρύψει τ’ όνειρό μου
τώρα φοβάμαι μην το πάρουν σαν το βρουν
ακόμ’ ανέμελα να παίζει στο μυαλό μου.
Γεωργόπουλος Νίκος
Αθήνα 3-1-2010
Φεβρουαρίου 14th, 2010

ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
στον άντρα μου
Αρχίσαν όλα – μια φορά κι ένα καιρό.
Συναντηθήκαμε, καθώς στα παραμύθια
κι ένας καημός όλο σιγόκαιγε στα στήθια -
διψούσαμε, για των ερώτων το νερό.
Κι έγιναν όλα – ένα καιρό και μια φορά,
κόσμοι πολύχρωμοι, με χρώματα ονείρων,
κήποι ολάνθιστοι, των ρόδων και των μύρων,
όπου βασίλευε για πάντα η χαρά.
Και συνεχίζουμε – και κόντρα στον καιρό,
που θέλει όλες τις αγάπες να τελειώνουν,
τα αισθήματά μου κάθε μέρα δυναμώνουν
κι ολοένα τώρα πιο πολύ σε λαχταρώ.
(2002)
Φεβρουαρίου 12th, 2010

TI MENEI;
Φαρδείς, απέραντοι ουρανοί, μεγάλες λεωφόροι,
που προεκτείνουν στο άπειρο τα πιο κρυφά όνειρά μας.
Με μάτια διάπλατα ανοικτά, γενναίοι, ελπιδοφόροι,
βαδίσαμε, ακούγοντας τους πόθους της καρδιάς μας.
Μία φωνή εσωτερική, που μέσα μας πληθαίνει,
μας κάνει να ρωτιόμαστε, τι μένει, τι μας μένει;
Μόνο οι εντυπώσεις απ’ αυτά που ‘δαμε στην πορεία,
με τις οποίες συνθέσαμε δική μας ιστορία.
Κι οι σχέσεις οι ανθρώπινες, μονάχα αυτές μας μένουν.
Εκείνοι που αγαπήσαμε, με τη ζωή μας δένουν.
(1990)
Φεβρουαρίου 11th, 2010
KΥΡΙΑΡΧΟ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΤΟ ΠΑΘΟΣ
Εκείνο το τριαντάφυλλο το μόνο
που ξεχωρίζει μες το σχέδιο και πονάει,
άγριο ακόμα, ξεδιπλώνεται στο Χρόνο,
γυρεύοντας να μάθει ν’ αγαπάει.
Σ.Κ.
Προσπαθώ, ελπίζω, ονειρεύομαι -
κυρίαρχο στη ζωή μου το πάθος.
Πολεμώ, αγωνιώ, μα πορεύομαι.
Απορρίπτω στο τέλος το λάθος.
Αδικώ, αδικούμαι, αγωνίζομαι,
περπατώ σταθερά προς το στόχο.
Σκοντάφτω, μα δεν απελπίζομαι -
υπερνικάω και πάλι τον κόπο.
Προχωρώ και παρότι ζορίζομαι,
είμαι μάχιμη πάντα στο βάθος.
Χτυπιέμαι, μα δεν περιορίζομαι -
κυρίαρχο στη ζωή μου το πάθος.
(1992)
Φεβρουαρίου 10th, 2010

ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ
Δεν θα ξεκινήσουμε μέσα στο χειμώνα
για τις μεγάλες μας τις επαναστάσεις.
Παλέψαμε να κάμψουμε τις αντιστάσεις,
ήμασταν έτοιμοι να δώσουμ’ αγώνα.
Όμως το σώμα μας στο κρύο τουρτουρίζει
κι είναι η κάμαρα οικεία κι άλλο τόσο ζεστή.
Δεν θα διώξουμε ό,τι τώρα μας βασανίζει
μα θα σκύψουμε και θα κάνουμε υπομονή.
Την άνοιξη ίσως ανοίξουμε τα φτερά μας.
Τάξτε μου ένα ταξίδι, ίσα για να ελπίζω.
Ως ατενίζουμε τον ουρανό το γκρίζο,
από ένα πρόσχημα όλο αρπάζετ’ η καρδιά μας.
Πάντοτε λέμε: «ίσως να γίνει το ταξίδι,
να γίνει κάποτε, μια επόμενη φορά»
Αλλά επιμένουμε, να παίζουμε παιχνίδι
στον ίδιο τόπο, με σπασμένα τα φτερά.
(1994)
Φεβρουαρίου 9th, 2010

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ
Η νύχτα εδώ έχει φως, που λάμπει μυστικά
κι εγώ πάλι αγρυπνώ, κοιτάζοντας τ’ αστέρια.
Η ομίχλη σκέπασε την πόλη, πιο πυκνή.
Φαντάζουν σ’ όνειρο τα πάντα, μαγικά.
Στον ουρανό υψώνω, εκστατικά, τα χέρια
Καινούριο δέος ξαφνικά μ’ αναρριγεί.
Γαλαζωπό το φως, φέγγει ξεχωριστά
και τώρα πάλι ανασκευάζω τα όνειρά μου,
πριν με προλάβει και τ’ αλλάξει η ζωή.
Φαίνονται όμως τώρα όλα θαυμαστά,
και μεγαλώνουνε τους πόθους στην καρδιά μου.
Πέφτει ένα αστέρι, θα ‘βγει η ευχή μου αληθινή;
(1992)